Ο ναρκισσισμός παρουσιάζεται από την Ιδεολογία της Κυριαρχίας ως μια ατομική ψυχολογική διαταραχή ή ως ένα χαρακτηριστικό που φέρουν μονάχα ορισμένες προσωπικότητες. Το κείμενο του Peter Samol ακολουθεί μια διαφορετική διαδρομή. Αντί να ερμηνεύσει τον ναρκισσισμό ως ένα ιδιωτικό ψυχικό φαινόμενο, τον αναλύει – περιγράφει ως μια κοινωνικά παραγόμενη μορφή υποκειμενικότητας, η οποία αναδύεται από τις ίδιες τις αντιφάσεις που παράγει η κρίση του ύστερου καπιταλισμού. Η επισφάλεια, η καθολίκευση του ανταγωνισμού, η εμπορευματοποίηση των κοινωνικών σχέσεων και η διαρκής απαίτηση για αυτοπροβολή και αυτοβελτίωση στην κοινωνία των εμπορευμάτων δεν αποτελούν απλώς το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύσσεται ο σύγχρονος ναρκισσισμός, αλλά αντίθετα συνιστούν τις ίδιες τις προϋποθέσεις της αναπαραγωγής του.
Αντλώντας επιχειρήματα από την ψυχανάλυση του Freud και την κριτική της αξίας (wertkritik), ο Samol επιχειρεί να δείξει ότι οι μετασχηματισμοί του καπιταλισμού από τον φορντισμό στον μεταφορντισμό δεν άλλαξαν μόνο την οργάνωση της εργασίας και της παραγωγής, αλλά και τον ίδιο τον τρόπο συγκρότησης της προσωπικότητας του αστικού υποκειμένου. Η μορφή του ναρκισσιστικού υποκειμένου δεν είναι ένα ιστορικό ατύχημα ούτε κομμάτι της ηθικής παρακμής της εποχής μας, αλλά η κατάλληλη μορφή ανθρώπου για μια κοινωνία που απαιτεί αδιάκοπη προσαρμοστικότητα, αυτοεμπορευματοποίηση και διαρκή ανταγωνισμό.
Το παρόν κείμενο μετατοπίζει το ερώτημα από το «γιατί οι άνθρωποι έγιναν ναρκισσιστές;» στο πολύ πιο ριζικό καθολικό ερώτημα από την σκοπιά της Υλιστικής Θεωρίας: ποια είναι αυτή η κοινωνία που παράγει ως κανονικότητα τον ναρκισσισμό; και γιατί αυτή η μορφή υποκειμένου καθίσταται ολοένα και πιο λειτουργική για την αναπαραγωγή των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων;
από την σύνταξη
από τον Peter Samol
Αρχικά δημοσιεύτηκε στο Samol, Peter (2019) “Narcissism as a Norm. Ψυχική παραμόρφωση στην κοινωνία του ύστερου καπιταλισμού”. In: Widerspruch. Συμβολή στη σοσιαλιστική πολιτική, αρ. 73/2019 (Ζυρίχη): 71-8.
Μετάφραση: Eric-John Russell
Η αγγλική μετάφραση δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο https://curedquail.com/Narcissism-as-Norm.
Το γερμανικό κείμενο βρίσκεται στο περιοδικό Krisis
Κάθε κοινωνία αναπαράγει τις προϋποθέσεις της ύπαρξής της στους ανθρώπους που ανήκουν σε αυτήν, οι οποίοι με τη σειρά τους αναπαράγουν τη δομή της κοινωνίας στην οποία ζουν μέσω της δραστηριότητάς τους. Αν η κοινωνία περιέλθει σε κρίση, αυτό αντανακλάται και στην κατάσταση των ατόμων. Όλο και λιγότεροι άνθρωποι εργάζονται στις λεγόμενες κανονικές συνθήκες εργασίας. Ταυτόχρονα, το τμήμα του πληθυσμού που ζει σε καθεστώς σχετικής φτώχειας, ή απειλείται από τη φτώχεια, αυξάνεται. Ανάλογα με την έρευνα, ο αριθμός των επισφαλώς εργαζομένων -εδώ, ως παράδειγμα, αναφερόμαστε στις τιμές για το εξαγωγικό έθνος της Γερμανίας- κυμαίνεται μεταξύ 25 και 40 %- εννέα στους δέκα ανθρώπους φοβούνται τον κοινωνικό μαρασμό και τη φτώχεια (Schindler 2016: 23). Αυτή η απειλή και ο φόβος της έχουν οδηγήσει σε μια συγκεκριμένη μορφή αντίδρασης που θέτει σε κίνδυνο την κοινωνική συνοχή. Σε αυτή τη μορφή αντίδρασης κατοικεί ένας ναρκισσισμός, ο οποίος, ως στάση, απαιτείται και προωθείται σε μεγάλο βαθμό στον κοινωνικό σχηματισμό του ύστερου καπιταλισμού.
Ο ολοένα και περισσότερος διαχωρισμός των αστικών ατόμων
Το νεοφιλελεύθερο δόγμα, το οποίο καθορίζει τις κατευθυντήριες γραμμές στην πολιτική και την οικονομία, είναι ότι “μια καλή κοινωνία είναι μια κοινωνία ισχυρών ατόμων”. (Bude 2019: 32) Στα άτομα αυτά λέγεται συνεχώς ότι πρέπει να ανταγωνίζονται για θέσεις εργασίας, θέσεις στην εκπαίδευση και γενικά για την επιτυχία και τη φήμη [Ansehen]. Με τον τρόπο αυτό, πρέπει να επιδεικνύουν προθυμία για αλλαγές, υψηλή προσωπική ευελιξία και συνεχή επιδίωξη για καθημερινή βελτίωση. Στον καπιταλισμό, οι άνθρωποι επικαλούνται κυρίως ως απομονωμένοι ιδιώτες παραγωγοί που συνδέονται μεταξύ τους μέσω του χρήματος και των εμπορευματικών σχέσεων. Άλλες μορφές σχέσεων θεωρούνται κατώτερες και είτε εκτοπίζονται είτε, αν είναι απαραίτητες -όπως η ανατροφή των παιδιών- προσαρμόζονται στις ανάγκες της γενικής διαδικασίας αξιοποίησης [Verwertungsgeschehens] και διαμορφώνονται από αυτήν. Η εξέλιξη αυτή εντάθηκε κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών και προώθησε ακόμη περισσότερο την απομόνωση των αστικών ατόμων. Στο πλαίσιο αυτό, η έννοια του ναρκισσισμού του Sigmund Freud έχει αποκτήσει τα τελευταία χρόνια μια απότομη καριέρα. Οι ταιριαστοί τίτλοι, για παράδειγμα, εμφανίζονται όλο και περισσότερο στις λίστες των μπεστ σέλερ. Για παράδειγμα, Η ναρκισσιστική κοινωνία [Die narzisstische Gesellschaft] του ψυχαναλυτή Hans-Joachim Maaz (2012), Μια γενιά ανίκανη να δεσμευτεί [Generation Beziehungsunfähig] του δημοσιογράφου Michael Nast (2016) ή το Εγώ πρώτα! Μια κοινωνία του ταξιδιού του Εγώ [Ich zuerst! Eine Gesellschaft auf dem EGO-Trip] της πολιτικού επιστήμονα Heike Leitschuh (2018). Επιπλέον, το θέμα απασχολεί όλο και περισσότερο τον ημερήσιο Τύπο μετά την εκλογή του θεαματικού ναρκισσιστή [Paradenarzissten] Donald Trump στην 45η προεδρία. Για τον Αμερικανό πρόεδρο, πρόκειται για ένα σχεδόν καθημερινό γεγονός.
Το κύριο χαρακτηριστικό του ναρκισσισμού φαίνεται στην εξάπλωση μιας ανεξέλεγκτης τάσης εγωκεντρισμού (Mühl 2015: 4), η οποία εκδηλώνεται στα άτομα με τη μορφή μιας μεγαλοπρεπούς αίσθησης αυτοπεποίθησης, φαντασιώσεων απεριόριστης επιτυχίας και απεριόριστης δύναμης, καθώς και της λαχτάρας για υπερβολικό θαυμασμό. Ωστόσο, πίσω από αυτή την επιφάνεια κρύβεται έντονα αδύναμη αυτοεκτίμηση. Οι ναρκισσιστές έχουν μια ακόρεστη πείνα για εξωτερική αναγνώριση και επιβεβαίωση (Kohut 2009: 146), γεγονός που τους καθιστά εξαιρετικά ευάλωτους στις νεοφιλελεύθερες απαιτήσεις για ευέλικτη προσαρμογή. Ως εκ τούτου, πολλοί από αυτούς είναι μάστορες της αυτοπροβολής και της αυτοπροβολής (Twenge και Campbell 2009: 28).
Ο ναρκισσισμός στον μεταφορντισμό
Ο Sigmund Freud ήταν ο πρώτος που ασχολήθηκε με το φαινόμενο του ναρκισσισμού το 1914. Για να γίνει ένα ώριμο και με αυτοπεποίθηση μέλος της αστικής κοινωνίας, κάθε άτομο μεταξύ τριών και πέντε ετών πρέπει, σύμφωνα με τον Freud, να περάσει και να ξεπεράσει αυτό που ο ίδιος ονομάζει οιδιπόδειο σύμπλεγμα. Η διαδικασία αυτή λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο της αστικής πυρηνικής οικογένειας. Ως εκ τούτου, το νεαρό άτομο κάνει το αποφασιστικό βήμα προς την ανάπτυξη της δικής του αστικής προσωπικότητας και την ικανότητα να συμμετέχει στην υλική και συμβολική αναπαραγωγή της κοινωνίας. Μεταξύ άλλων, το αποτέλεσμα είναι μια γενική επαγγελματική ανέλιξη [Aufstiegsorientierung] που διατηρείται και καλλιεργείται στις τυπικές μικροαστικές οικογένειες. Τα προσαρμοσμένα επιτεύγματα που συνδέονται με τον οιδιπόδειο προσανατολισμό -κυρίως η γενική προθυμία για εργασία, η επιμέλεια και η αυτοπειθαρχία- ανταμείβονταν σε παλαιότερες περιόδους με το γεγονός ότι εξασφαλίζονταν μια προκαθορισμένη ζωή, σαφείς δομές και ένα συνολικά ασφαλές επαγγελματικό μέλλον.
Ενώ διερχόμαστε την οιδιπόδεια φάση στην παιδική ηλικία, συμβαίνει ταυτόχρονα και κάτι άλλο. Ξεκινώντας την κοινωνικοποίηση των νέων για την αστική υποκειμενικότητα, έρχονται αντιμέτωποι με τον θεμελιώδη κίνδυνο της αποτυχίας στην κοινωνία. Ο νέος αντιδρά σε αυτόν τον πιθανό κίνδυνο φαντασιωνόμενος μια κατάσταση πλήρους ανεξαρτησίας και αρνούμενος την εξάρτησή του από τους άλλους. Ενώ το οιδιπόδειο τμήμα του υποκειμένου ως “ολοκληρωμένος άνθρωπος [gestandener Mann]” όχι μόνο υποκύπτει αδιαμαρτύρητα στις εξωτερικές συνθήκες αλλά και συμβάλλει ενεργά στη μελλοντική συντήρηση και αναπαραγωγή τους, το ναρκισσιστικό τμήμα αμύνεται ενάντια σε μια περιοριστική και απειλητική εξωτερική πραγματικότητα και βρίσκεται με μια εσωτερικότητα που είναι ο απόλυτος και παντοδύναμος κυβερνήτης του.
Αυτή η δεύτερη ψυχολογική τάση έχει προωθηθεί σε τεράστιο βαθμό στον μεταφορντισμό -δηλαδή από το 1970- γεγονός που έχει οδηγήσει στο να έχει πλέον εκτοπίσει την πρωτοκαθεδρία των οιδιπόδειων γεγονότων. Σήμερα, η επαγγελματική ασφάλεια έχει γίνει πολυτέλεια. Έτσι, η “σωστή” οιδιπόδεια συμπεριφορά ανταμείβεται όλο και λιγότερο. Κανείς δεν αποκτά γαλήνη από τα κέφια της “ελεύθερης αγοράς”. Οι θέσεις εργασίας δεν είναι πλέον σταθερές- μπορούν να ανατεθούν σε εξωτερικούς συνεργάτες, να αναδιαρθρωθούν ή απλώς να καταργηθούν ανά πάσα στιγμή (Twenge και Campbell 2009: 52). Ο καθένας μπορεί πλέον να καταστεί ξαφνικά άχρηστος λόγω απρόβλεπτων εξελίξεων, όπως μια ξαφνική αλλαγή στο μαζικό γούστο ή μια νέα μέθοδος παραγωγής, την εισαγωγή της οποίας κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει. Πρόκειται για έναν ολοένα και πιο αναξιόπιστο και απειλητικό για τη ζωή κόσμο στον οποίο τα άτομα επιστρέφουν εντελώς στον εαυτό τους. Το οιδιπόδειο τμήμα της προσωπικότητας έχει έτσι όλο και λιγότερα σημεία αναφοράς με βάση τα οποία μπορεί να προσανατολιστεί. Απέναντι σε αυτό, το αίσθημα της ανυπεράσπιστης [schutzlos] κατάστασης αυξάνεται. Τα άτομα κάνουν ό,τι μπορούν για να καταστείλουν αυτό το συναίσθημα, καθώς το αισθάνονται σαν θανατική καταδίκη.
Με την ταυτόχρονη αύξηση της απαιτούμενης άνευ όρων ευελιξίας και της ικανότητας αυτοπροβολής, η ναρκισσιστική προσωπικότητα κάνει τεράστια βήματα προόδου. Η πώληση της εργατικής δύναμης γίνεται όλο και περισσότερο η πώληση της ίδιας της προσωπικότητας, σαν να επρόκειτο για εμπόρευμα (Distelhorst 2014: 67). Πρέπει πάντα να παρουσιάζει κανείς την εκδοχή αυτού που έχει σήμερα ζήτηση στον κόσμο της εργασίας. Με το ερώτημα στο μυαλό του πώς μπορεί κανείς να αυξήσει την αγοραστική του αξία ή τουλάχιστον να αποτρέψει τη μείωσή της, όλα όσα μέχρι τώρα αποτελούσαν την προσωπικότητά του, σταδιακά, λίγο-λίγο, παραδίδονται- πρόκειται για μια συνεχή πρακτική αυταπάρνησης, η οποία γίνεται ευκολότερη όσο περισσότερο έχει ήδη αποκαλυφθεί. Μια τέτοια ζωή αντιστοιχεί σε έντονα συναισθήματα κενού και έλλειψης αυθεντικότητας (Lasch 1979: 50-1). Δεδομένης της συνεχούς ετοιμότητας προσαρμογής στην εργασία και των συχνών αλλαγών συντρόφων, ποιος μπορεί να πει τι είδους άνθρωπος είναι ή δεν είναι πραγματικά; Είναι ακριβώς αυτή η διαδικασία που οδηγεί σε μια ναρκισσιστική προσωπικότητα, η οποία μπορεί να ανέλθει σε οτιδήποτε, εφόσον πίσω της βρίσκεται ένα μεγάλο κενό [Nichts] (ό.π.: 98).
Ενσωμάτωση [Erfassung] των γυναικών στη γενική ανάπτυξη
Για μεγάλο χρονικό διάστημα, η γενική οικονομική συμμόρφωση των νέων αφορούσε σχεδόν αποκλειστικά τους άνδρες. Μέχρι περίπου τη δεκαετία του 1970, οι γυναίκες έφηβες γνώρισαν μια διαφορετική εξέλιξη. Εκείνη την εποχή, το θηλυκό παιδί “εισέρχεται στην κατάσταση του Οιδίποδα σαν σε καταφύγιο”. (Freud 2001: 129), προετοιμάζεται όχι για το ρόλο του ανταγωνιστή αλλά για το ρόλο της μελλοντικής συζύγου και μητέρας. Εκείνη την εποχή κυριαρχούσε ένας καταμερισμός εργασίας μεταξύ των δύο φύλων, ο οποίος συνδεόταν, αφενός, με τη διαμόρφωση μιας πρωτίστως ανδρικής δημόσιας σφαίρας στην οποία κυριαρχούσε ο καθολικός ανταγωνισμός και, αφετέρου, μιας πρωτίστως γυναικείας ιδιωτικής σφαίρας εντός της οικογένειας (Bösch 2000: 115). Μεταξύ άλλων, η γυναίκα είχε επίσης την ευθύνη για τη φροντίδα και την εκπαίδευση των παιδιών.
Τις τελευταίες πέντε δεκαετίες, ωστόσο, έχει σημειωθεί κάποια εξίσωση των φύλων. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθεί να αντιστοιχεί στην εικόνα του τυπικού ανδρισμού, να είναι επαγγελματικά επιτυχημένος και να κερδίζει το μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού εισοδήματος. Οι γυναίκες είναι σχεδόν πάντα οι πρώτες που μένουν πίσω όταν πρόκειται να διαθέσουν χρόνο για την οικογένεια. Παρόλο που οι άνδρες προσαρμόστηκαν στις οικιακές εργασίες, οι γυναίκες εξακολουθούν να ξοδεύουν περίπου μιάμιση ώρα περισσότερο από τους άνδρες συναδέλφους τους κάθε μέρα σε οικιακές εργασίες (Leclerc 2019: 25). Επιπλέον, λόγω της αναγκαστικής απασχόλησης και των δύο συντρόφων, πολλές οικογένειες δεν έχουν άλλη επιλογή από το να παραδώσουν τα βλαστάρια τους σε επαγγελματικά εκπαιδευτικά ιδρύματα όσο το δυνατόν νωρίτερα, δηλαδή σε βρεφονηπιακούς και παιδικούς σταθμούς. Τα παιδιά κακοποιούνται εκεί όλο και περισσότερο με μέτρα υποστήριξης και αναπτυξιακές έρευνες. Και τα δύο συμβαίνουν πρωτίστως ως προετοιμασία για το εκπαιδευτικό σύστημα και επομένως έμμεσα για την απασχόληση, ακόμη και αν αυτή απέχει ακόμη πολύ.
Επιπλέον, οι γονείς χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο το χρόνο και την ενέργειά τους για να προετοιμάσουν τα παιδιά όσο το δυνατόν νωρίτερα για τον καθολικό ανταγωνισμό. Πολλοί παρέχουν στα παιδιά τους λίγο μετά τη γέννηση εκπαιδευτικά παιχνίδια, όπως βίντεο “Baby Einstein”, ή ακόμη και ηχούν στο έμβρυο με υποτιθέμενα ευεργετική κλασική μουσική (Twenge και Campbell 2009: 40). Όλο και περισσότερα παιδιά ζουν σε ένα σπίτι προσανατολισμένο στις επιδόσεις. Το αποτέλεσμα είναι η αυξανόμενη βίωση της έντονης μοναξιάς ήδη από την παιδική ηλικία (Leitschuh 2018: 143). Λόγω της γενικής αβεβαιότητας της ζωής στον μεταφορντισμό που περιγράφηκε παραπάνω, οι κοινωνικοί περιορισμοί εμφανίζονται όλο και πιο νωρίς και απότομα, ενώ ταυτόχρονα οι εμπειρίες προσωπικής δέσμευσης και στοργής παραμερίζονται.
Ο καπιταλισμός και η ψυχολογική συγκρότηση
Ο βασικός πυρήνας των καπιταλιστικών κοινωνιών είναι η αυτοαξιοποιούμενη αξία, δηλαδή το χρήμα ως κεφάλαιο, του οποίου μοναδικός σκοπός είναι να μετατραπεί σε ακόμη περισσότερο χρήμα μέσω της παράκαμψης ενός παραγόμενου και πωλούμενου εμπορεύματος (ή μιας παρεχόμενης υπηρεσίας): “κεφάλαιο που επενδύεται για να παράγει κεφάλαιο, για να παράγει κεφάλαιο, για να παράγει κεφάλαιο” (Distelhorst 2014: 105) – ένας ατελείωτος και εντελώς άσκοπος κύκλος που απορροφά τα πάντα γύρω του. Στο κέντρο αυτής της κίνησης δεν υπάρχει τίποτε άλλο παρά το κενό της ατελείωτης αυτοαναπαραγωγής, ένα κενό τίποτα. Βήμα προς βήμα, η κίνηση αυτή υπονομεύει κάθε άλλη ουσιαστική σχέση παρασύροντας τα πάντα στην κενή ταυτολογία της (ό.π.: 113).
Στην ύστερη νεωτερικότητα, οι άνθρωποι ανταγωνίζονται ο ένας τον άλλον σε βαθμό μεγαλύτερο από ποτέ άλλοτε. Όπως περιγράφηκε παραπάνω, ο κόσμος της εργασίας σήμερα δεν εμφανίζεται πλέον ως αξιόπιστος, ενώ παραμένει ωστόσο μια δομή υψηλών απαιτήσεων στην οποία πρέπει κανείς να ενταχθεί με τη θέλησή του για να μπορέσει να ζήσει μια ασφαλή και ευχάριστη ζωή. Αντιθέτως, δραστικές αλλαγές απειλούν ανά πάσα στιγμή και από όλες τις πλευρές. Αυτό, μεταξύ άλλων, καταδεικνύεται στην επέκταση των επισφαλών εργασιακών σχέσεων, στη διάλυση και την αυξανόμενη κατασταλτικότητα του κράτους πρόνοιας και στην επιστροφή της φτώχειας. Ο φόβος της αποτυχίας στον καπιταλισμό είναι πανταχού παρών. Οι προσωπικές σχέσεις θυσιάζονται επίσης ταχύτατα στην ολόπλευρη ευελιξία και εκφυλίζονται είτε σε στιγμιαίες συνεργασίες είτε σε “δίκτυα” που πάνω απ’ όλα βοηθούν στη διατήρηση όσο το δυνατόν περισσότερων “επαφών” και έτσι αυξάνουν τις επιλογές σταδιοδρομίας (Samol 2016: 42). Σε αυτό το περιβάλλον, η ενσυναίσθηση για τους άλλους ανθρώπους είναι μια πολυτέλεια που μπορεί κανείς να αντέξει όλο και λιγότερο (Leitschuh 2018: 117).
Η γενική επιθυμητότητα των ναρκισσιστικών συμπεριφορών
Οι ναρκισσιστικές συμπεριφορές θεωρούνται πλέον σχεδόν παντού επιθυμητές και οδηγούν στην επιτυχία: στον κόσμο της εργασίας, στα μέσα ενημέρωσης, στην πολιτική και σε πολλούς άλλους χώρους, τιμώνται με αναγνώριση, θαυμασμό και προαγωγή. Λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις συνθήκες, συζητείται σοβαρά στους επαγγελματικούς κύκλους κατά πόσον ο ναρκισσισμός, σύμφωνα με τα πρόσφατα ψυχιατρικά διαγνωστικά πρότυπα, θα πρέπει πλέον να θεωρείται μια διαταραχή της προσωπικότητας. Σήμερα, όχι μόνο οι δεξιότητες, αλλά και τα συναισθήματα, τα προσωπικά χαρακτηριστικά και οι σχέσεις του καθενός έχουν γίνει υποπροϊόν του παγκόσμιου μάρκετινγκ. Στην απόλυτα ευέλικτη και γενικά ανασφαλή κοινωνία των επιδόσεων [Leistungsgesellschaft] της νέας χιλιετίας, οι ναρκισσιστές δεν είναι πλέον σταθερά δεσμευμένοι αλλά πάντα έτοιμοι να επανεφεύρουν τον εαυτό τους- είναι η κατάλληλη μορφή υποκειμένου για τον καπιταλισμό της κρίσης.
Εδώ παράγονται και ενθαρρύνονται ανελέητα προσαρμοστικοί αυτοπροωθητές [SelbstdarstellerInnen] χωρίς ισχυρούς δεσμούς (ούτε με άλλους ανθρώπους ούτε με την επιχείρηση ή το επάγγελμά τους). Οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν αυτό το κενό και την έλλειψη σχέσεων με την πεποίθηση ότι είναι κάτι ξεχωριστό. Καλλιεργούν τη φαντασίωση του δικού τους μεγαλείου, της δύναμης και της λαμπρότητάς τους. Ακόμη και με μια μόνο πρακτική άσκηση ή μια κακοπληρωμένη δουλειά με άθλιες συνθήκες εργασίας και χωρίς μελλοντικές προοπτικές, διαστρεβλώνουν την αλήθεια για να φαίνονται και να αισθάνονται καλύτερα. Ενώ βρίσκονται διαρκώς στο χείλος του τίποτα, την ίδια στιγμή τρέφουν την πιθανότητα να μπορούν πραγματικά να πετύχουν τα πάντα. Εσωτερικά, αυτό αντιστοιχεί στη διχοτόμηση των φαντασιώσεων τους περί παντοδυναμίας, δηλαδή στην ψευδαίσθηση της απόλυτης ατομικής ελευθερίας και ανεξαρτησίας από τη μία πλευρά, και στο αίσθημα αδυναμίας μπροστά στην αυξανόμενη ανασφάλεια και ετερονομία [Fremdbestimmtheit] της ίδιας τους της ύπαρξης από την άλλη (Lewed 2005: 131). Αυτή η αντίθεση δεν προκύπτει μόνο στον οικογενειακό αστερισμό, αλλά εδράζεται και στην αστική κοινωνία στο σύνολό της. Όπως το χρήμα που έχει γίνει κεφάλαιο, το οποίο μετά την επιτυχή αναπαραγωγή του πρέπει να αναζητήσει και πάλι αμέσως την επόμενη επενδυτική ευκαιρία, έτσι και τα άτομα πρέπει να ξεκινήσουν αμέσως και να αναζητήσουν την επόμενη επιτυχία, ώστε να μην οργιάσουν το εσωτερικό κενό και οι σοβαρές ανησυχίες. Τόσο το κεφάλαιο όσο και η ναρκισσιστική προσωπικότητα βρίσκονται σε μια άπειρη, κενή και ταυτολογική κίνηση -και γι’ αυτό συμπληρώνουν και προωθούν τόσο καλά η μία την άλλη.
Εμφάνιση [Ausblick]
Με τη μορφή των διαρκώς αυτο-επαινούμενων ναρκισσιστών – που υπερεκτιμούν κατάφωρα τον εαυτό τους και είναι ανίκανοι να δημιουργήσουν δεσμευτικές σχέσεις, οι οποίοι πρέπει να πωλούν τον εαυτό τους καθημερινά με τη μορφή της εξαιρετικά ευέλικτης εργατικής δύναμης – ο απομονωμένος ιδιωτικός παραγωγός που απαιτείται για τη σχέση κεφαλαίου φτάνει στην ολοκληρωμένη μορφή του. Άδειοι εσωτερικά, ακούραστοι για εξωτερική επιβεβαίωση και επιφανειακή αναγνώριση των προσωπικών τους φιλοδοξιών, συμπεριφέρονται συγκαταβατικά στην ανούσια, άπειρη και τελικά παράλογη κίνηση της αξιοποίησης του κεφαλαίου. Αυτό έχει επίσης τρομερές σκοτεινές πλευρές. Αν οι ναρκισσιστές αποτύχουν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της κοινωνίας, τείνουν προς υποκατάστατες ενέργειες στις οποίες οι ναρκισσιστικά υπερκαθορισμένες ενστικτώδεις ενέργειές τους μπορούν να δράσουν εναλλακτικά. Η πιο καταστροφική είναι μακράν το φονικό παραλήρημα. Εδώ ξεδιπλώνεται η ναρκισσιστική μεγαλομανία [Grössenwahn], η οποία λαμβάνει χώρα στην πορεία προς την αυτοκαταστροφή και την καταστροφή των άλλων (Wissen 2017: 6).
Θα πρέπει να είναι σαφές ότι δεν μπορεί να αποτελεί ένδειξη ψυχικής υγείας η καλή προσαρμογή σε μια άρρωστη κοινωνία (Nast 2016: 230). Η υποκατάσταση της μορφής του ναρκισσιστικού υποκειμένου, ωστόσο, αποκλείεται υπό τις επικρατούσες συνθήκες. Μια ζωή έξω από τη ναρκισσιστική αυτορρύθμιση θα έμοιαζε εντελώς διαφορετική: χωρίς εργασιακή τρέλα [Arbeitswahn], χωρίς ανταγωνισμό και άγχος απόδοσης, χωρίς τον αγώνα του να τα καταφέρνεις μόνος σου [Einzelkämpfertum] και χωρίς την πίεση για μόνιμη αυτοπροβολή και αυτοεπιβεβαίωση. Όσο επικρατούν αυτοί οι περιορισμοί, λείπουν οι βασικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη ελεύθερων κοινωνικών ατόμων πέρα από την εμπορευματική υποκειμενικότητα. Η ελπίδα έγκειται στην αναγνώριση ότι ως ανθρώπινα όντα είμαστε είδη-όντα που απαιτούν πιο ποικίλες και όχι απλώς μονοδιάστατες σχέσεις μεταξύ τους. Οι υλικές προϋποθέσεις γι’ αυτό είναι ήδη δεδομένες στον κόσμο μας που χαρακτηρίζεται από υπερπαραγωγή. Για το σκοπό αυτό, ωστόσο, δεν πρέπει πλέον να αφήνουμε την κοινωνικοποίηση στην ασυνείδητη διαδικασία της αξιοποίησης, η οποία μας αντιμετωπίζει ως καταναγκασμός και την οποία με τη σειρά μας εκτελούμε και αναπαράγουμε καθημερινά (Bösch 2000: 120). Η διαδικασία αυτή γίνεται όλο και πιο δυσλειτουργική, χωρίς όμως δυστυχώς να καταλήγει σε έναν αυτοματισμό που θα μας οδηγήσει σε μια απελευθερωμένη κοινωνία. Επομένως, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα μπορέσουμε να ξεπεράσουμε την καταστροφική κοινωνική διαδικασία και να την αντικαταστήσουμε μέσω μιας συνειδητής κοινωνικοποίησης. Μια θεμελιώδης κριτική της μορφής του υποκειμένου στον καπιταλισμό και της εσωτερικής ψυχοκοινωνικής λογικής και δυναμικής του είναι ένα απαραίτητο πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση.
Παραπομπές
Bösch, Robert (2000) “Allmacht und Ohnmacht. Zur Psychopathologie des bürgerlichen (d. h. männlichen) Subjekts.” In: Krisis 23, pp. 99-120.
Bude, Heinz (2019) “Solidarität ist keine Hängematte” (Interview). In: Frankfurter Rundschau, 14.3, 32.
Distelhorst, Lars (2014) Leistung: Das Endstadium der Ideologie. Bielefeld: transcript.
Freud, Sigmund (2001) “Femininity.” In: The Standard Edition of the Complete Psychological Works of Sigmund Freud, Vol. XXII. London: Vintage.
Kohut, Heinz (2009) The Analysis of the Self: A Systematic Approach to the Psychoanalytic Treatment of Narcissitic Personality Disorders. Chicago: University of Chicago Press.
Lasch, Christopher (1979) The Culture of Narcissism: American Life in An Age of Diminishing Expectations. New York: W.W. Norton & Company.
Leclerc, Florian (2019) “Aufstehen gegen Rassismus.” In: Frankfurter Rundschau, 18.3, 25.
Leitschuh, Heike (2018) Ich zuerst! Eine Gesellschaft auf dem EGO-Trip. Frankfurt am Main: Westend.
Lewed, Karl-Heinz (2005) “Schopenhauer on the Rocks: Über die Perspektiven postmoderner Männlichkeit.” In: Krisis 29, pp. 100-42.
Maaz, Hans-Joachim (2012) Die narzisstische Gesellschaft: Ein Psychogramm. Munich: C.H. Beck.
Mühl, Melanie (2015) “Narzissmus: Ich kam, ich sah, ich wirkte.” In: Frankfurter Allgemeine Zeitung, 24.2. <http://www.faz.net/aktuell/feuilleton/debatten/narzissmus-ist-das-krankheits- bild-unserer-zeit-13443497.html/>.
Nast, Michael (2016) Generation Beziehungsunfähig. Hamburg: Edel Books.
Samol, Peter (2016) “All the Lonely People: Narzissmus als adäquate Subjektform des Kapitalismus.” In: Krisis 4. <http://www.krisis.org/2016/all-the-lonely-people-krisis-42016>.
Schindler, Jörg (2016) “Die steile Karriere des Wörtchens ‘selbst’.” In: Frankfurter Rundschau, 20.8, pp. 22-3.
Twenge, Jean M., Campbell, Keith W. (2009) The Narcissism Epidemic: Living in the Age of Entitlement. New York: Atria.
Wissen, Leni (2017) “Die sozialpsychische Matrix des bürgerlichen Subjekts in der Krise.” In: Exit! 14. <http://www.exit-online.org/textanz1.php?tabelle=autoren&index=20&posnr=561>.